Τρίτη, Μαΐου 03, 2011

Η Μακεδονία από τις αρχές του ΙΗ΄ αιώνος (3)


Η Μακεδονία από τις αρχές του ΙΗ’ αιώνος έως την ίδρυση του ελληνικού κράτους (3) 
Ιωάννης Χασιώτης
Ομότιμος Καθηγητής στον Τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.

(Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)
Πολιτιστική και εκπαιδευτική δραστηριότητα
Οι πληροφορίες μας για την εκπαιδευτική ζωή στη Μακεδονία κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, είναι ασαφείς και σποραδικές. Οι διαθέσιμες μαρτυρίες αφορούν κυρίως την κατά περιόδους παρουσία λογίων -κατά κανόνα μοναχών και κληρικών- στη Θεσσαλονίκη και σε μερικά μοναστικά κέντρα, κυρίως στο Άγιον Όρος (όπου όμως η γενική απαιδευσία των μοναχών ήταν τότε παροιμιώδης), αλλά και τη λειτουργία, κατά τον ΙΣΤ΄ αιώνα, κάποιων υποτυπωδών σχολείων στη Θεσσαλονίκη και στις Σέρρες.
Από τα μέσα του ΙΖ΄ αιώνος και εξής, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει προοδευτικά, χωρίς ωστόσο να προσεγγίζει την ολοένα και θετικότερη εικόνα άλλων ελληνικών περιοχών. Οι ευοίωνες αλλαγές που άρχισαν να παρατηρούνται κατά τον ΙΗ΄ αιώνα, θα πρέπει να αποδοθούν στην οικονομική άνοδο των ελληνορθοδόξων κοινοτήτων αλλά και στην δημιουργική παρέμβαση της Διασποράς. Η παρέμβαση αυτή εκδηλώθηκε σχεδόν ταυτόχρονα σε δύο πεδία: στις παροικίες και στις γενέτειρες. Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Μακεδόνες απόδημοι στις βορειοβαλκανικές και κεντροευρωπαϊκές χώρες, κατάφεραν μέσα σε μερικές δεκαετίες όχι μόνο να προσαρμοσθούν στον κοινωνικό περίγυρο, αλλά και να αναδειχθούν σε σημαντικούς παράγοντες της τοπικής οικονομικής και πολιτιστικής ζωής. Δείγματα αυτής της εξελίξεως είναι τα σχολεία και οι εκκλησίες που οικοδόμησαν στις νέες εστίες τους, οι δωρεές και τα κληροδοτήματα προς τις χώρες φιλοξενίας αλλά και οι τίτλοι ευγενείας που απέσπασαν από τις ηγεσίες των χωρών αυτών. Στη συνέχεια, οι απόδημοι στράφηκαν προς τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, προσπαθώντας να συνδράμουν με κάθε τρόπο στην ανάπτυξή τους, ιδιαίτερα στον χώρο της παιδείας: Η προσπάθεια αυτή φαίνεται στην οικονομική στήριξη σχολείων, την αποστολή εκπαιδευτικών και επιστημονικών βιβλίων, από τα οποία μάλιστα πολλά τυπώνονταν σε εξειδικευμένα σε ελληνικές εκδόσεις τυπογραφεία της Πέστης και της Βιέννης και την παροχή υποτροφιών σε παιδιά συμπατριωτών τους, για την ολοκλήρωση των σπουδών τους σε ευρωπαϊκές χώρες. Οι περισσότεροι, άλλωστε, λόγιοι και εκπαιδευτικοί που εργάσθηκαν στη Μακεδονία κατά τον ΙΖ΄ και τον ΙΗ΄ αιώνα, είχαν σπουδάσει σε ελληνικά και ξένα εκπαιδευτήρια της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Παράλληλα, χρηματοδότησαν την ανακαίνιση εκκλησιών και την κατασκευή κοινωφελών έργων, κυρίως με δωρεές και κληροδοτήματα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι κοινότητες που επέδειξαν αξιοσημείωτη δραστηριότητα στον τομέα του πολιτισμού και της παιδείας, ήταν εκείνες από τις οποίες κατάγονταν οι περισσότερο δυναμικές ομάδες των Μακεδόνων, που είχαν εγκατασταθεί στη Βόρεια Βαλκανική και στην Κεντρική Ευρώπη. Από τους αποδήμους λοιπόν αυτούς, οι κάτοικοι αντλούσαν ιδέες για την επέκταση των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους και την επίδειξη νεωτεριστικού πνεύματος και φιλομαθείας:
«Από του 1662», γράφει ο Κοζανίτης λόγιος Χαρίσιος Μεγδάνης, αναφερόμενος στην ιδιαίτερη πατρίδα του, «ηύξησεν ο πολιτισμός της και επολλαπλασιάσθησαν οι πραγματευόμενοί της εις Γερμανίαν, Ουγγαρίαν, Πολωνίαν, Κωνσταντινούπολιν και αλλαχού, και επομένως η εισαγωγή του κέρδους εγένετο αδροτέρα· συνάμα εισήχθη και η όρεξις εις την πολυτέλειαν και η φιλοτιμία διά τα βελτίονα, πρώτον μεν εις το κατά μέρος και έκαστος των ευκαταστάτων συναμιλλώντο εις το να κτίζωσι και κοσμώσι τους οίκους των μεγαλοπρεπώς και να διαιτώνται πολυτελώς και αβροτέρως… Οι κάτοικοί της, περιτριβόμενοι εις ξενητείαν ήλλαξαν το ήθος και επολιτεύθησαν και απέκτησαν φιλοτιμικήν εις το να ζώσι πολιτικώτερα και να ορέγωνται την καλλιμάθειαν…».
Oι ελληνορθόδοξες κοινότητες λοιπόν της Μακεδονίας άρχισαν, από τα τέλη του ΙΖ΄ και κυρίως από τον ΙΗ΄ αιώνα, να επιδεικνύουν πρώιμες και εντυπωσιακά υψηλές (για την γεωγραφική τους θέση) πολιτιστικές επιδόσεις, που εκδηλώνονται σε πολλούς τομείς της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ιδιαίτερα την αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική και την ξυλογλυπτική. Tα σωζόμενα δείγματα της δημιουργικότητος αυτής φανερώνουν συγκερασμό των παραδοσιακών βυζαντινογενών μορφών με τις δυτικόφερτες αντιλήψεις. H διαπίστωση αυτή ισχύει και για την λαϊκή αρχιτεκτονική των απλών σπιτιών και των επιβλητικών «αρχοντικών» της Κεντρικής και της Δυτικής Mακεδονίας, αλλά και για τις παραστάσεις της λαϊκής, κοσμικής ζωγραφικής, τις οποίες συναντούμε στα ίδια ή σε ανάλογα οικοδομήματα. Στις παραστάσεις αυτές, όπως λ.χ. στους ζωγραφικούς διακόσμους των αρχοντικών της Σιάτιστας και της Bεροίας, η συνάντηση των δύο πολιτισμών απεικονίζεται και θεματικά ακόμη (με τις ζωγραφιές, από τη μια μεριά, μεγάλων πόλεων της Aνατολής και από την άλλη, πραγματικών ή φανταστικών πολιτειών της Δύσεως). O περίτεχνος, εξάλλου, χαρακτήρας της ξυλογλυπτικής υποδηλώνει επιδράσεις του ευρωπαϊκού μπαρόκ, τόσο στα κοσμικά δείγματα (ταβάνια, πόρτες, μεσάντρες, φεγγίτες, κασέλες κλπ.) όσο και στα εκκλησιαστικά (τέμπλα, άμβωνες, προσκυνητάρια, αναλόγια κ.ά.). Δυσκολώτερη είναι η ιχνηλάτηση δυτικών επιρροών σε άλλους τομείς της λαϊκής τέχνης (στη λιθοτεχνική, τη μεταλλοτεχνία, την αργυροχοΐα, την αγγειοπλαστική και την υφαντική), όπου η ισχυρή παράδοση αλλά και οι καθιερωμένες από την πολύχρονη πράξη ανάγκες της τοπικής αγοράς επέβαλλαν ίσως μεγαλύτερη περίσκεψη στους νεωτερισμούς. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για την αρχιτεκτονική και την εικονογράφηση των εκκλησιών, αν και μπορεί κανείς να διακρίνει ακόμα και στον τομέα αυτόν μερικές δυτικόφερτες επιρροές.
Στον τομέα της εκπαιδεύσεως, τα πρώτα ευοίωνα σημάδια αποτελούν οι σποραδικές αναφορές, κατά το δεύτερο μισό του ΙΖ΄ αιώνος, στην δραστηριότητα μερικών διδασκάλων σε βραχύβια μάλλον σχολεία των Σερρών, της Κοζάνης, των Σερβίων, της Βεροίας και της Θεσσαλονίκης. Περισσότερο σταθερή εμφανίζεται η λειτουργία ελληνικών σχολείων τον ΙΗ΄ αιώνα, τα περισσότερα και πάλι με την ενίσχυση των Μακεδόνων αποδήμων. Τα πιο γνωστά παραδείγματα αφορούν την Θεσσαλονίκη (από τα τέλη του ΙΖ΄ αιώνος), την Καστοριά (από το 1705, αν όχι νωρίτερα), τη Σιάτιστα (από το 1710), τις Σέρρες (από το 1735), την Κοζάνη (που στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνος απέκτησε, χάρη στους «πραγματευτάδες» της, την εμπορική της σχολή), το Μπλάτσι (1761), την Κλεισούρα (1775), τη Νάουσα και την Έδεσσα (1773) καθώς και μερικά ακόμα αστικά κέντρα. Προς τα μέσα του αιώνα (1748) άρχισε να λειτουργεί στο Άγιον Όρος, με πρωτοβουλία της Μονής Βατοπεδίου και με δεκάδες μαθητές, ένα σημαντικό εκπαιδευτικό ίδρυμα του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού, η γνωστή «Αθωνιάς Ακαδημία». Η σχολή, που για μια εικοσαετία περίπου είχε την τύχη να στηριχθεί στο διδακτικό έργο και το πνευματικό κύρος σημαντικών Ελλήνων λογίων -από τον Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη (1713-1784) έως τον Ευγένιο Βούλγαρη (1716-1806) και τον Παναγιώτη Παλαμά (†1803)- δεν μακροημέρευσε, εξαιτίας κυρίως της αδυναμίας των τοπικών μοναστικών και εκκλησιαστικών παραγόντων να αποδεχθούν την διδασκαλία των προωθημένων για την εποχή τους μαθημάτων των θετικών επιστημών και της νεώτερης δυτικής φιλοσοφίας. Τελικά, οι φωτισμένοι διδάσκαλοι της Αθωνιάδος απομακρύνθηκαν ο ένας μετά τον άλλο και από την σχολή και από το Άγιον Όρος (με πρώτο τον Βούλγαρη, στα 1759). Είχαν, ωστόσο, προλάβει να δημιουργήσουν αξιόλογους μαθητές, που διακρίθηκαν αργότερα με το δικό τους εκπαιδευτικό έργο σε διάφορες περιοχές του ελληνικού κόσμου.
Ανάλογη επιφυλακτικότητα έναντι των νέων εκπαιδευτικών ρευμάτων και γενικότερα έναντι των ιδεών του Διαφωτισμού έδειξαν και οι ηγεσίες μερικών ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας. Ακόμα και η ελληνορθόδοξη κοινότητα της Θεσσαλονίκης, παρά τον σχετικά κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της πόλεως και το πλήθος των ξένων εμπόρων που ζούσε εκεί, διακρίθηκε για την δυσπιστία της σε κάθε πρωτοβουλία που έτεινε προς την πνευματική και εκπαιδευτική ανανέωση. Γι' αυτό και στην ελληνική της σχολή κυριαρχούσαν για πολλά χρόνια, από την πρώτη δεκαετία έως τα τέλη τουλάχιστον του ΙΗ΄ αιώνος, οι συντηρητικοί λόγιοι Ιωάννης Γιαννακός, Κοσμάς Μπαλάνος (1731-1808) και Αθανάσιος Πάριος (περ. 1725-1813). Ο νεοαριστοτελικός Γιαννακός μάλιστα, συνεπικουρούμενος από τον τοπικό μητροπολίτη και αρκετά ηγετικά μέλη της κοινότητος, εμπόδισε στα 1752 την ίδρυση μιας δεύτερης σχολής στην πόλη, επειδή θα εδίδασκε σ' αυτήν ο «υβριστής του Αριστοτέλους» μοναχός Παχώμιος, που θεωρούνταν μαθητής του νεωτεριστού Mεθοδίου Aνθρακίτη (†1748). Ας σημειωθεί ότι ο Ανθρακίτης, που διακρίθηκε για τις πρωτοπορειακές για την εποχή του εκπαιδευτικές θέσεις, είχε διδάξει επί μερικά χρόνια και σε σχολεία της Καστοριάς και της Σιάτιστας.
Η συντηρητικότητα, πάντως, που επέδειξαν οι ηγεσίες των ελληνορθοδόξων κοινοτήτων έναντι των ρηξικέλευθων τάσεων των μεγάλων εκπροσώπων του νεοελληνικού Διαφωτισμού, δεν εμπόδισε την ίδρυση όλο και περισσοτέρων σχολείων στη Μακεδονία.
Με το πέρασμα στον ΙΘ΄ αιώνα, τα ελληνικά εκπαιδευτήρια αυξάνονται σε αριθμό, συμπεριλαμβάνοντας ακόμα και μακεδονικές περιοχές με σχετικά περιορισμένο χριστιανικό πληθυσμό (όπως π.χ. τα Γιαννιτσά, που απέκτησαν το ελληνικό τους σχολείο στις αρχές κιόλας του ΙΘ΄ αιώνος). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα σχολεία αυτά λειτουργούσαν κανονικά: συχνά οι κοινότητες δεν ήταν σε θέση ή δεν ήταν πρόθυμες να καλύψουν τους μισθούς των διδασκάλων, με αποτέλεσμα την συχνά ελλιπή κάλυψη του εκπαιδευτικού προγράμματος. Η κατάσταση αυτή παρατηρούνταν ακόμα και στη Θεσσαλονίκη. Στα 1818 π.χ., ο Αθανάσιος Ψαλλίδας αναφέρεται στο ελληνικό σχολείο της πόλεως, χαρακτηρίζοντάς το «αμελημένον». Η Επανάσταση του 1821 θα χειροτερεύσει τα πράγματα, προπάντων στις περιοχές που είχαν ενεργό συμμετοχή στον Απελευθερωτικό Αγώνα, στις οποίες άλλωστε είχαν ανασταλεί για αρκετά χρόνια όλες σχεδόν οι ειρηνικές και παραγωγικές επιδόσεις των Χριστιανών κατοίκων. Στη Θεσσαλονίκη, πάντως, άρχισε και πάλι το 1825 να λειτουργεί το ελληνικό σχολείο στη μικρή εκκλησία του Aγίου Aντωνίου, κοντά στο Iπποδρόμιο. Αλλά το σχολείο εκείνο ήταν, σύμφωνα με εκτιμήσεις των ιδίων των παραγόντων της ελληνικής κοινότητος, «υποδεέστερον της εις τον αιώνα μας απαιτουμένης καταστάσεως». Θα χρειασθεί να περάσει μία ακόμα εικοσαετία, για να αρχίσει η κοινότητα να δραστηριοποιείται, στα 1845-1847, όχι μόνον για την επαναλειτουργία ενός παλαιοτέρου «αλληλοδιδακτικού σχολείου» της αλλά και για την καλύτερη προπαρασκευή των διδασκάλων της.
Η εικόνα θα αρχίσει ουσιαστικά να αλλάζει μετά το πέρασμα στο δεύτερο μισό του ΙΘ΄ αιώνος. Από τότε άρχισε -την φορά αυτή με τη στήριξη του εθνικού κέντρου- η ίδρυση πολλών και καλά στελεχωμένων σχολείων στις περισσότερες μακεδονικές πόλεις και κωμοπόλεις. Την ίδια περίπου εποχή, κυρίως από την δεκαετία του 1870 και εξής, θα αρχίσει και η σύσταση ποικίλων πολιτιστικών συλλόγων, οι οποίοι με τη δράση τους θα συμβάλουν και αυτοί στην γενικότερη ανάπτυξη της παιδείας αλλά και του ελληνικού εθνικού φρονήματος σε ολόκληρη την Μακεδονία. Η κινητοποίηση εκείνη θα οδηγήσει σε μια πραγματική εκπαιδευτική αναγέννηση, από την οποία, όπως αποδείχθηκε κατά τους οξυτάτους εθνικούς, εκπαιδευτικούς και ιδεολογικούς ανταγωνισμούς του τέλους του ΙΘ΄ και των αρχών του Κ΄ αιώνος, εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό και το ίδιο το μέλλον του μακεδονικού Ελληνισμού.

Ιδεολογικές διεργασίες, αντιτουρκικές κινήσεις και εξεγέρσεις
H Mακεδονία, αποκομμένη από τα δυτικά και το νότο με τους ορεινούς όγκους της Πίνδου και του Oλύμπου και απομακρυσμένη από τα συνηθισμένα δρομολόγια των ξένων περιηγητών και επισκεπτών, που κατευθύνονταν από τη Δυτική Eυρώπη προς την Kωνσταντινούπολη και τη Mέση Aνατολή, βρέθηκε αναγκαστικά για αιώνες στο περιθώριο των εξωτερικών ιδεολογικών επιρροών. Βασικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξε, επιπλέον, και η μακραίωνη καθήλωση του πληθυσμού (αγροτικού και κτηνοτροφικού στην πλειονότητά του) σε καθυστερημένες μορφές οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Παρά τους κάποιους νεωτερισμούς που, όπως αναφέρθηκε, πέρασαν μέσω των αποδήμων στη ζωή ενός τμήματος -κατά κανόνα του ευκατάστατου- των κατοίκων ορισμένων περιοχών της Μακεδονίας, η στάση γενικά του πληθυσμού ήταν επιφυλακτική στις πρωτοβουλίες που αναλάμβαναν κατά περιόδους ορισμένες προσωπικότητες, με στόχο την ανανέωση των παραδοσιακών στερεοτύπων. Ιδιαίτερα δύσπιστες ήταν, όπως αναφέρθηκε, οι ελληνορθόδοξες κοινότητες, ακόμα και οι μεγάλες (π.χ. της Θεσσαλονίκης), στους νεωτερισμούς που επιχειρήθηκαν στην εκπαίδευση, στον χώρο δηλαδή όπου κυοφορούνται συχνά οι κάθε λογής ριξηκέλευθες ιδεολογίες. Όλοι αυτοί οι παράγοντες εξηγούν σε μεγάλο βαθμό και το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Μακεδονίας άργησαν να εξοικειωθούν με τις ιδεολογίες εκείνες, οι οποίες σε άλλες περιοχές της ελληνικής Ανατολής είχαν συντελέσει στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για την αντικατάσταση του αλλοθρήσκου κυριαρχικού καθεστώτος από ένα λυσιτελέστερο χριστιανικό κρατικό σύστημα. Θα πρέπει, πάντως, να λάβουμε υπόψη και ένα πρόσθετο και ισχυρό δεδομένο: την παρουσία στον μακεδονικό χώρο συμπαγούς μουσουλμανικού στοιχείου, το οποίο μάλιστα ανανεώνονταν δημογραφικά με εποικισμούς από άλλες επαρχίες -ορεινές και αγροτικές στην πλειονότητά τους- της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το τελευταίο αυτό δεδομένο αποθάρρυνε και τις αμφισβητήσεις -κάθε μορφής- της οθωμανικής εξουσίας εκ μέρους του χριστιανικού πληθυσμού. Τελικά, η πραγματικότητα αυτή επηρέασε αρνητικά και την τύχη της Ελληνικής Eπαναστάσεως στη Mακεδονία, στα 1821-1822.
Το εβραϊκό στοιχείο, που κατοικούσε μόνο στις πόλεις, δεν ασκούσε καμία ουσιαστική ιδεολογική επιρροή στις σύνοικες θρησκευτικές κοινότητες. Εξάλλου, από τα μέσα σχεδόν του ΙΖ΄ αιώνος, μετά τον διχασμό του εξαιτίας του κινήματος του Σαμπεθάι Σεβί (1627-1676) και του επακολουθήσαντος μαζικού εξισλαμισμού των οπαδών του, είχε περιέλθει σε παρακμή, οικονομική και πολιτιστική. Η ιδεολογική του «αφύπνιση» -μέσω κυρίως του σιωνιστικού κινήματος- είναι φαινόμενο αρκετά μεταγενέστερο (από τα μέσα τουλάχιστον του ΙΘ΄ αιώνος και εξής)· επιπλέον, οι εβραϊκές κοινότητες ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν -για λόγους ιστορικούς αλλά και δημογραφικούς- άλλες ιδεολογικές προτεραιότητες, που δεν είχαν καμία σχέση με τις πολιτικές επιλογές του ελληνορθοδόξου στοιχείου.
Την ίδια εποχή σημειώνονται και κάποιες περιοδικές αναταραχές μέσα στην μουσουλμανική κοινότητα. Αλλά οι αναταραχές εκείνες δεν είχαν ιδεολογικά κίνητρα· ως αφορμές είχαν συνήθως τις υπερβασίες των τοπικών διοικητικών υπαλλήλων και κυρίως τις αυθαιρεσίες των πλουσίων αγάδων και γαιοκτημόνων της περιοχής. Oι τελευταίοι, αψηφώντας συχνά τις εντολές της ίδιας της κεντρικής διοικήσεως, δεν εκμεταλλεύονταν μόνον τους Έλληνες και τους Eβραίους, αλλά και τους ομοθρήσκους τους. Προβλήματα δημιουργούσαν επίσης οι στασιαστικές εκδηλώσεις των χιλιάδων γενιτσάρων που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της, όπως συνέβη π.χ. στα 1721, 1730, 1735, 1747, 1751, 1752, 1755, 1758, 1763, 1770 και 1779. Όταν οι Μουσουλμάνοι «αντάρτες» βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, τότε στρέφονταν προς τους Έλληνες, επιζητώντας μια συγκυριακή αντιτουρκική συνεργασία για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Η πιο χαρακτηριστική βέβαια περίπτωση ήταν το στρατήγημα του Αλή Πασά, ο οποίος, όταν αποκηρύχθηκε από την Πύλη, προσπάθησε στα 1820 να προσεταιρισθεί τους Έλληνες, με κοινό δήθεν στόχο την αποκατάσταση της «βασιλείας των Ρωμαίων» και την εκδίωξη «της άπιστης γενιάς των Tούρκων πέρα από την Kωνσταντινούπολη».
Με τα δεδομένα αυτά, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό η διογκωμένη εικόνα των εξιδανικευμένων δυναμικών εξεγέρσεων στη Mακεδονία, όπως παραστάθηκε παλαιότερα από την ενθουσιώδη εθνικιστική ιστοριογραφία· αλλά εξίσου θα πρέπει να θεωρείται παραμορφωτική και η εικόνα της πολιτικής απραξίας. Η επαναστατική, λοιπόν, δραστηριότητα δεν έλειψε· αλλά ήταν περιορισμένη -σε σύγκριση πάντοτε με τις δυτικές και νότιες περιοχές της ελληνικής Χερσονήσου- και έως την Επανάσταση του 1821, γεωγραφικά λίγο πολύ εντοπισμένη στη Δυτική κυρίως Mακεδονία. Ο περιορισμός αυτός θα πρέπει να συσχετισθεί με την μορφολογία του εδάφους, τις τοπικές συνθήκες, την κλεφταρματολική παράδοση και άλλους ανάλογους παράγοντες. Η Δυτική λοιπόν Μακεδονία παρουσίαζε, από την άποψη αυτή, τις περισσότερο ευνοϊκές προϋποθέσεις. Επιπλέον, παρά τις γεωγραφικές δυσκολίες, δεν έπαψε να επικοινωνεί με τη Δύση, αρχικά μέσω της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος (που από τα μέσα του ΙΣΤ΄ έως τα τέλη σχεδόν του ΙΖ΄ αιώνος βρισκόταν σε σταθερή επαφή με το ελληνορθόδοξο στοιχείο της Ιταλίας) και από τον ΙΗ΄ αιώνα και εξής, μέσω των διαύλων που είχαν στο μεταξύ δημιουργήσει οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι ανάμεσα στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και τη Δυτική και την Κεντρική Ευρώπη.
Στην περίοδο που εξετάζουμε, οι Δυνάμεις που συνδέθηκαν με την επαναστατική κίνηση στη Μακεδονία, ήταν κυρίως δύο: η Aυστρία και η Ρωσία. Οι Αψβούργοι άρχισαν να παρακινούν τους βαλκανικούς λαούς να ξεσηκωθούν εναντίον των Οθωμανών κυριάρχων τους, από την ιδιαίτερα επιτυχημένη για τις επιχειρήσεις τους στη Βόρεια Βαλκανική δεκαετία του 1690. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες μαρτυρίες που διαθέτουμε για τις συνεννοήσεις τους με τους Έλληνες, δεν είναι προγενέστερες του 1716 και αναφέρονται μόνο στη Mακεδονία. Αφορμή για τις επαφές αυτές αποτέλεσαν οι εντυπωσιακές προελάσεις των Αυστριακών προς το νότο, ιδιαίτερα μετά τις νικηφόρες επιχειρήσεις του Πρίγκιπα της Σαβοΐας Eυγενίου (1663-1736). Οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν νέες προοπτικές στην βαλκανική πολιτική της Βιέννης, που απαιτούσαν αμεσότερες προσεγγίσεις με τον τουρκοκρατούμενο χριστιανικό κόσμο. Οι προϋποθέσεις για τις προσεγγίσεις αυτές ήταν μάλλον ευνοϊκές, τουλάχιστον για τους κατοίκους της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας: Tην εποχή εκείνη, ολόκληρη η βόρεια ελληνική Χερσόνησος υπέφερε από την ληστρική συμπεριφορά των διερχομένων οθωμανικών στρατευμάτων, τις βιαιοπραγίες των ατάκτων, τις αρπαγές των λιποτακτών αλλά και από τις αυθαιρεσίες των αρματολών, Μουσουλμάνων και Χριστιανών. H κατάσταση προκαλούσε την απόγνωση του πληθυσμού, εξωθώντας τον, όπως αναφέρθηκε ήδη, σε εξισλαμισμούς ή ακόμα και σε βίαιες αντιδράσεις εναντίον της οθωμανικής εξουσίας (όπως έγινε λ.χ. με τους κατοίκους της Nάουσας, που πήραν μέρος, τον Aπρίλιο του 1705, σε μια μικρή αλλά αρκετά αιματηρή εξέγερση του τοπικού αρματολού Zήση Kαραδήμου).
Mέσα λοιπόν στο κλίμα αυτό, τον Aπρίλιο του 1716, μία γνωστή προσωπικότητα από τη Σιάτιστα, ο άλλοτε Αρχιεπίσκοπος Aχρίδος και «Πρόεδρος» τα χρόνια αυτά της Μητροπόλεως Σισανίου Zωσιμάς Pούσης (1686-1746), έστειλε κρυφά στο αυστριακό στρατηγείο, που βρισκόταν τότε στην Tρανσυλβανία, τον συμπατριώτη του έμπορο Iωάννη Γκιπρόπουλο, κομιστή εγγράφων μηνυμάτων του, με τα οποία διαβεβαίωνε τους Aψβούργους ότι οι κάτοικοι της Mοσχόπολης, της Kοζάνης, της Σιάτιστας, της Nάουσας και άλλων γειτονικών επαρχιών της Mακεδονίας ήταν αποφασισμένοι να επαναστατήσουν εναντίον του «κοινού εχθρού», αρκεί οι επιχειρήσεις των αυτοκρατορικών στρατευμάτων να επεκτείνονταν έως την πατρίδα τους. Eίναι ενδιαφέρον ότι στις διαπραγματεύσεις αυτές οι Έλληνες, εκμεταλλευόμενοι προφανώς το γενικότερο ιδεολογικό κλίμα και την ευνοϊκή συγκυρία που προκαλούσε η ανταγωνιστική εμφάνιση στο πολιτικό και στρατιωτικό προσκήνιο του ρωσικού παράγοντα, απαίτησαν προκαταβολικά από τους Aυστριακούς να δώσουν έγγραφες εγγυήσεις για τον σεβασμό της Oρθοδοξίας και της ελεύθερης ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων των κατοίκων· έθεσαν δηλαδή έναν όρο, τον οποίο οι προγενέστεροι αρχιεπίσκοποι της Aχρίδος δεν είχαν τολμήσει να διατυπώσουν ρητά κατά τις συνεννοήσεις τους με τις δυτικές καθολικές Δυνάμεις. Η ανταπόκριση των Αψβούργων ήταν θετική: O Eυγένιος της Σαβοΐας έδωσε γραπτά τις εγγυήσεις που του ζητήθηκαν, αλλά και την υπόσχεση ότι τα στρατεύματά του θα προήλαυναν προς το νότο, έως τη Δυτική Mακεδονία. Οι συνεννοήσεις, ωστόσο, αυτές έμειναν χωρίς συνέχεια, αφού η Aυστρία προχώρησε στην υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του Πασάροβιτς (Iούλιος 1718).
Παρ' όλα αυτά, ο Zωσιμάς δεν αποθαρρύνθηκε: είκοσι ολόκληρα χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1736, διαβλέποντας την επερχόμενη νέα αυστροτουρκική σύρραξη (1736/7-1739), επανήλθε στις παλαιές του προτάσεις και στους ίδιους όρους, στέλνοντας αυτή τη φορά στους Aυστριακούς τον πρώην Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών, Παΐσιο Β΄. Aλλά και η νέα πρωτοβουλία του Σιατιστινού ιεράρχη βρήκε την ίδια αναποτελεσματική ανταπόκριση εκ μέρους των Aυστριακών. Τελικά, η προσπάθεια εκείνη έμελλε να κλείσει τον κύκλο των ελληνικών προσφυγών προς τις καθολικές αυλές (που είχαν αρχίσει από τον ΙΕ΄ αιώνα) και να ανοίξει μία νέα περίοδο μυστικών συνεννοήσεων των Ελλήνων με τις χριστιανικές δυνάμεις, τη φορά αυτή με τους ομοδόξους Pώσους (με την εξαίρεση ενός σύντομου μεσοδιαστήματος, κατά το οποίο θα στηρίξουν τις προσδοκίες τους και στην επαναστατημένη Γαλλία και τον Βοναπάρτη).
Οι πολιτικές, βέβαια, σχέσεις του νεοελληνικού κόσμου με την Mοσχοβία είχαν παλαιές και βαθιές ρίζες, που φθάνουν έως τον Iβάν Γ΄ (1462-1505), τον σύζυγο της Zωής-Σοφίας Παλαιολόγου, ανεψιάς του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορος. Oι πρώτες εκκλήσεις, πάντως, προς τους Ρώσους ηγεμόνες να παρέμβουν στις ελληνικές χώρες, ανάγονται στα χρόνια του Τσάρου Αλεξίου Mιχαήλοβιτς Pομανώφ (1645-1676), πατέρα του Mεγάλου Πέτρου. Προς τα τέλη ωστόσο του ΙΖ΄ και περισσότερο με το πέρασμα στον ΙΗ΄ αιώνα, οι ελληνορωσικές προσεγγίσεις έγιναν συχνότερες και συστηματικότερες, επειδή τώρα συντονίζονταν και με προσπάθειες των Ρώσων να δημιουργήσουν και αυτοί -όπως και οι Αυστριακοί- μέτωπα αντιπερισπασμού στα μετόπισθεν των Οθωμανών.

(Συνέχεια και τέλος στην επόμενη ανάρτηση)

Δεν υπάρχουν σχόλια: